Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Εκδρομή στη Θεσσαλονίκη 2016

Κάποιες σκόρπιες σκέψεις
για την εκδρομή στη Θεσσαλονίκη 2016

Το φως πληροί όλο το Σύμπαν[1]. Αυτό το φως που αγωνίζεται, άξια αφού κατέχει τη μεγαλύτερη ταχύτητα στη φύση, να βρεθεί παντού, αυτό το φως αναζητούμε. Αυτό το φως που τραβολογιέται ανήμπορο στις παράτολμες διαδρομές βαθουλωμάτων και εξογκωμάτων του ακατάστατου σεντονιού του χωροχρόνου, που ακούραστο κουβαλά εικόνες και μνήμες ενός παρελθόντος χρόνου, που κρύβει μηνύματα ως ένας συνεπής αγγελιοφόρος, αυτό το φως που αντιπαλεύει με το σκοτάδι και μας ζωογονεί, αυτό καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε.
Και το κυνηγούμε, το αναζητούμε. Το βράδυ στους ασημόχρωμους λαμπυρισμούς των αστεριών τη μέρα καθώς προσπαθεί να ξεφύγει με τις ανακλάσεις σε κάτοπτρα και σε νερά, και πολλές φορές το ανακαλύπτουμε κρυμμένο συμμετέχοντας σε ένα μη συμφωνημένο κρυφτό στις σκοτεινές γωνιές της ψυχής μας. Η υπαρξιακή αυτή σύνδεση με το φως μας οδηγεί να ψάχνουμε επίμονα να βρούμε την πηγή του, τον αντίστοιχο ήλιο κάθε φορά.
Μα πόσοι ήλιοι υπάρχουν τελικά; Είναι πολλοί οι πατεράδες των αδέσμευτων αεικίνητων ακτίνων φωτός;
Για το δικό μας ηλιακό σύστημα, μόνο ένας!
Οι Κινέζοι λένε ότι κάποτε, την εποχή της δυναστείας των Χσία (περ. 2205 -1782 π.Χ.), το κοσμικό μας περιβάλλον διήλθε μια ξαφνική μεταβολή. Στον ουρανό εμφανίστηκαν δέκα ήλιοι. Οι άνθρωποι στη Γη υπέφεραν πολύ από τη ζέστη, οπότε ο αυτοκράτορας έβαλε έναν διάσημο τοξότη να καταρρίψει τους παραπανίσιους ήλιους. Ώς ανταμοιβή, στον τοξότη δόθηκε ένα γιατρικό που είχε τη δύναμη να τον κάνει αθάνατο. Αλλά η σύζυγος του το έκλεψε. Για την προσβολή αυτή, την εξόρισαν στη Σελήνη.[2]
Οι Κινέζοι λοιπόν σκέφτηκαν σωστά ότι ένα ηλιακό σύστημα με δέκα ήλιους δεν θα ήταν ιδιαίτερα φιλικό για την ανθρώπινη ζωή. Σήμερα γνωρίζουμε ότι σε κανένα ηλιακό σύστημα πολλαπλών ήλιων δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί ζωή και παρόλο που έχουμε την εντύπωση ότι ο ουρανός αποτελείται από μονήρη άστρα, μόνο το 15% των άστρων είναι μόνα τους. 
Οπότε, όταν στρέφουμε το βλέμμα ψηλά στον ουρανό βλέπουμε τον ήλιο, το αστέρι του δικού μας πλανητικού συστήματος, που σε ένα μοναχικό ρόλο, σαν ένας άλλος Σίσυφος, αγωνίζεται αδιάκοπα να διατηρήσει με την ενέργειά του, με το φως του, τη ζωή σ’ αυτόν τον πλανήτη. Η ύπαρξη του, μοιραία, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη ζωή και το θάνατο του πλανήτη μας, της Γης. Αυτός μας θερμαίνει, αυτός μας τροφοδοτεί με το ζωογόνο φως του, με ένα  φως ορατό και αόρατο, ένα φως ζεστό και αναγκαίο σε εμάς, που γεννιέται στο πιο βίαιο και αφιλόξενο μέρος, στο εσωτερικό του, σ’ ένα τεράστιο αλλιώτικο εκτυφλωτικό καμίνι. Αλλά  είναι και  αυτός που θα μας παρασύρει στο έρεβος όταν θα έχει ξεσκίσει και τις τελευταίες από τις σάρκες του την ώρα που θα τελειώνουν τα καύσιμά του. Πρώτα σαν αχόρταγος κόκκινος γίγαντας θα έχει ήδη καταπιεί τον Ερμή υποδυόμενος πιστά το ρόλο που του όρισε η Φύση στο βιβλίο της, και καθώς θα μετατρέπεται από λευκός νάνος σε μαύρο, τότε όχι με εκκωφαντικό θόρυβο, αλλά ίσως με ένα εσωτερικό λυγμό θα σημάνει το τέλος[3] .    
Μα είναι νωρίς να συζητάμε για το θάνατο του αστεριού μας. Ο ήλιος μας είναι ένας ζωηρός ενήλικας με λαμπρό μέλλον περίπου 5 δισεκατομμυρίων ετών πέρα από μας. Και τι πιο ωραίο από το να τον παρατηρήσουμε; Μπορούμε όμως έτσι εύκολα;

Και όπως εγύρισα κι αγγίξανε τα μάτια
Ό,τι προβάλλει σ’ αυτόν τον ουρανό
Όταν κοιτάξεις με το βλέμμα σου προσεκτικό,
Ένα σημάδι βλέπω, που αστραποβολούσε τόσο
Που από το πολύ το φως
Τα μάτια μου αναγκάστηκα να χαμηλώσω[4]
Οπότε, εμείς βαλθήκαμε να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη, να ξαναμπούμε σε οικείους χώρους, μικροί-μεγάλοι να στριμωχτούμε σε ένα δωματιάκι γύρω από το τηλεσκόπιο και να τεντώνουμε τις μύτες των ποδιών μας για να δούμε καλύτερα βαλθήκαμε ως άλλοι χρυσοθήρες να κοσκινίζουμε τα σύννεφα γυρεύοντας κηλίδες, αυτές τις σκούρες ατέλειες στο φωτεινό πρόσωπο του ήλιου.



Τι και αν τα σύννεφα μας έκρυβαν τον ήλιο, τα βλέμματα στραμμένα ψηλά μετακινούνταν από το πέτασμα του τηλεσκοπίου στα χείλη του κ. Σειραδάκη, που με απερίγραπτο πάθος μας εξηγούσε απλά, για τη δημιουργία αυτής της κουκίδας που σαν φάντασμα εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν σ’ αυτό, εγκλωβισμένη μοιρολατρικά στην κυκλοθυμική διάθεση των περαστικών σύννεφων.
Μα δε μας ενόχλησε αυτό. Εμείς δε χαμηλώσαμε το βλέμμα…
Είχαμε ήλιο μέσα στο δωματιάκι που ακτινοβολούσε με ένα άλλο φως, διαφορετικό, καθηλωτικό. Η πραότητά του μας σαγήνευσε άλλη μια φορά, ενώ η διάθεσή του να μιλήσουμε για τις πιθανότητες ύπαρξης ζωής σε άλλους πλανήτες ή η χαρά με την οποία μας παρουσίασε αστέρες νετρονίων να αποτελούν τις ηχητικές πηγές μιας μουσικής συμφωνίας ήταν συγκινητική. Για να αποδειχτεί ξανά πως η ευγένεια και η σοφία εκπέμπονται αυθόρμητα και σαν άλλος ήλιος ζεσταίνουν τα κρύα απόμακρα σημεία της ψυχής μας, πως υπάρχουν γύρω μας ήλιοι που λατρεύουν να δίνουν κομμάτια της ψυχής τους ως πηγή ενέργειας και ζωής για τους γύρω, ανιδιοτελώς.

Μα εντός σου ο ήλιος μέρα-νύχτα καίει
κι ούτ’ ίχνος η ομορφιά σου δεν ξεφτίζει… [5]


Και από αυτούς τους ήλιους, αναζητήσαμε άλλους, ψάξαμε ακτίνες φωτός που θα μας πήγαιναν πιο πίσω στο χρόνο, που θα μας έδειχναν ένα ήλιο μυστικιστικό, έναν ήλιο με κρυφά μα και φανερά νοήματα. Έναν ήλιο με λάμψη αλλιώτικη, τον ήλιο της Βεργίνας. Τον είδαμε σε πανοπλίες, νομίσματα και σε λάρνακες να φωτοβολεί όχι λόγω του χρυσού, μα κυρίως λόγω της ανόθευτης αξίας των μηνυμάτων που φέρνει από το παρελθόν. Ένα σημάδι ιστορικής συνέχειας, ένα σύμβολο πολιτισμού.
Και αν τώρα έρθει κάποιος και με ξυπνήσει από τη σαγήνη των αναμνήσεων και με υπέρτατη ευθύτητα με ρωτήσει «Ποιο θα ήταν το συμπέρασμα, τι θα μπορούσε να μείνει σαν εσωτερική προσταγή μετά από αυτό το διήμερο», θα του απαντούσα ευθύς: μάθε να πράττεις, μάθε να βλέπεις πέρα από τα καθιερωμένα.
Ένα τέτοιο μήνυμα μας έμεινε από την εκδρομή, ένα μήνυμα που μπορεί  και αντίκειται στη φθορά του χρόνου.
Όπως το φως. Θα συνεχίζει να ζει και μετά το θάνατο του ήλιου μας, θα συνεχίζει να προσπαθεί να δραπετεύσει από αυτές τις δυνάμεις που προσπαθούν να το φυλακίσουν στο χώρο τους, μηχανικά υπνωτισμένο θα υπακούει στην εντολή που σαν ευχή ή κατάρα το κατατρέχει να διαδίδεται ξέφρενα χωρίς σταματημό, να παρακολουθεί την ύλη να νοσεί και στο τέλος να πεθαίνει μα αυτό να μη στέκεται θα συνεχίζει αναζητώντας τα όρια του σύμπαντος αιώνια, και αυτό δεν μπορεί πια να αλλάξει, επειδή δεν γερνά· πρέπει, επομένως, να παραμένει πάντοτε το ίδιο.
Όσο παλιώνουν οι καιροί
κι όσο περνούν οι χρόνοι,
παλιώνει ο λύχνος, μα ποτέ
το φως του δεν παλιώνει.[6]
Υπάρχει ένα μήνυμα που  αξίζει να μείνει και να διαδοθεί, το : Αναζητείστε ήλιους στη ζωή σας, ψάξτε τους και κάθε φορά προσπαθήστε να …δείτε πέρα από τα καθιερωμένα.



[1] Η αυτοβιογραφία του φωτός –Γιώργος Γραμματικάκης.
[2] Το μεγάλο Σχέδιο –Stephen Hawking
[3] Το Σύμπαν θα τελειώσει όχι με εκκωφαντικό θόρυβο, αλλά με ένα λυγμό» Τ.S.Eliot
[4] Θεία Κωμωδία- Δάντης
[5] Σαίξπηρ, Οκτώ Σονέτα (Μετάφραση: Παναγιώτης Πάκος)
[6] κρητική μαντινάδα από το «Η αυτοβιογραφία του φωτός –Γιώργος Γραμματικάκης»

Για την υπερπανσέληνο




Για την υπερπανσέληνο
Από νωρίς το απόγευμα φαινόταν πως η βραδιά θα ήταν πιο κρύα από τις προηγούμενες. Ο ήλιος άφησε τη θέση του στο φεγγάρι, διατηρώντας αυτή την αέναη διαδοχική παρακολούθηση της γης και των πλασμάτων της από  ψηλά∙ και τότε, κρύωσε απότομα ο καιρός. Το φθινόπωρο αφήνει τη σειρά του στο χειμώνα και αυτός σα να βιάζεται να δείξει τα δόντια του πριν καν την ώρα του,  σιγανασαίνει παγώνοντας την ατμόσφαιρα. Κάποιος ρώτησε: τι είναι ετούτο τελικά, είναι ο ρόγχος στο αγγελόσκιασμα του Φθινοπώρου ή το πρώτο κλάμα στη γέννηση του Χειμώνα; Δεν πήρε απάντηση.
Βράδιασε.  
Ο δρόμος προς το σημείο συνάντησης ανηφορικός. Αλλά έχει κάτι αλλιώτικο η βραδιά απόψε∙ βράδιασε, μα δε σκοτείνιασε καλά. Το φεγγαρόφωτο είναι πολύ πιο δυνατό και ο ουρανός σε πείσμα των προβλέψεων των προηγούμενων ημερών πεντακάθαρος, δεν το δεσμεύει καθόλου. Και όλα φωτίζονται. Από ένα φως όμως πιο μαλακό, από ένα φως ξεχωριστό, διαφορετικό, από ένα φως μαγευτικό. Το φως  του φεγγαριού.
Μα είναι δικό του φως; Ξέρω, αν σας ρωτήσω, θα μου πείτε “όχι”, είναι του ήλιου φως· δεν είναι αυτόφωτο το φεγγάρι θα συμπληρώσετε. Μα αν αυτό είναι το φως που στέλνει σε εμάς, αυτό το ίδιο δεν είναι που το αιχμαλώτισε σαν μπήκε μπροστά από τον ήλιο;  Και αφού το κατεύθυνε  σωστά, έμεινε να μας παρακολουθεί από εκεί ψηλά, να λουζόμαστε μ’ αυτό το θολό πέπλο που μας τυλίγει, και μας πλανεύει και μας κάνει να ονειρευόμαστε, να φανταζόμαστε.
Πάντα μου άρεσε να κοιτάζω το νυχτερινό ουρανό, μα απόψε η έλξη προς τα πάνω είναι μεγαλύτερη.  Να φταίει η επίπληξη του Δάντη: «Οι ουρανοί περιστρέφονται από πάνω σας αποκαλύπτοντας την αιώνια δόξα τους και εσείς έχετε το βλέμμα στραμμένο στο έδαφος», που σήμερα στριφογυρίζει για άγνωστο λόγο στο μυαλό μου, ή να υπάρχει μια εσωτερική εγγενής προδιάθεση; Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως να είναι η μέρα ή καλύτερα να πω η νύχτα, ίσως και τα δυο. 
Προχωρούμε σιωπηλά, μια παρέα ατόμων διαφόρων ηλικιών, παιδιά, μεγάλοι, μεγαλύτεροι, άλλοι κουβαλώντας μικροπράγματα, άλλοι φωτογραφικές μηχανές, άλλοι απλώς παίζοντας με τους σκούφους και τα γάντια τους, προχωρούμε βιαστικά να φτάσουμε στο σημείο. 
Και εκεί, φτάνοντας αντικρύζουμε τέσσερα – πέντε τηλεσκόπια που οι εραστές της παρατήρησης αψηφώντας κρύο και κόπο είχαν φροντίσει να είναι εκεί έτοιμα, στημένα με τα πόδια τους ψηλά, ανοιχτά να θυμίζουν τα πόδια από τα άλογα στον πειρασμό του Αγ. Αντωνίου του Νταλί, λεπτά σχεδόν κάτισχνα να συγκρατούν το βάρος από ογκώδη κυλίνδρους, που έχουν σα σκοπό της ύπαρξής τους να γίνουν μια προσωπική, μια νέα Βαβέλ, που θα φέρει πιο κοντά τον ουρανό στους ανθρώπους.   Γιατί και ο πύργος της Βαβέλ τι ήταν τελικά; Ήταν προϊόν έπαρσης, ήταν επίδειξη αλαζονείας ή μήπως προσπάθεια να φτάσει το ανθρώπινο μάτι πιο μακριά, να τεντωθεί ο άνθρωπος πιο ψηλά για να αγγίξει καλύτερα τον ουρανό; Ένα αρχαίο αστεροσκοπείο με εφτά επίπεδα ήταν, μια πρώιμη πρωτόγονη σκάλα για τον ουρανό. Κάτι σαν αυτόν τον κύλινδρο που εφηύραν στις κάτω Χώρες μα έγινε διάσημος σαν παιδί του νεαρού από την Τοσκάνη, που κοιτώντας μέσα από αυτό έφερε τη Σελήνη πιο κοντά, τόσο ώστε να διαπιστώσει πως μοιάζει με τη γη, να δει πως έχει βουνά και θάλασσες, πως έχει κρατήρες, πως απέχει πολύ από την τέλεια σφαίρα που διατυμπάνιζε τόσο αυστηρά και καταπιεστικά ο Αριστοτέλης. 
Και απόψε; 
Είναι από αυτές τις νύχτες που η έλξη είναι αμοιβαία.  Η Σελήνη σε μια ελλειπτική κίνηση γύρω από τη γη σ’ ένα προκαθορισμένο ραντεβού, έρχεται απόψε πιο κοντά απ’ ότι τις άλλες φορές.  Τα τηλεσκόπια στητά, ακίνητα εστιάζουν στο φεγγάρι και αυτό σαν μια άλλη αυτάρεσκη βασίλισσα, λικνίζεται, μετακινείται μέσα από τις σύγχρονες διόπτρες, ανακλά το είδωλό του στα λεπτοδουλεμένα κάτοπτρα, αποτυπώνεται στις οθόνες των καμερών, και αναζητά τους αμφιβληστροειδείς που θα στραφούν προς αυτό. Και στρέφονται πολλά βλέμματα, πρώτα απευθείας, μετά μέσα από τους σωλήνες προεκτείνοντας  την ανθρώπινη όραση μαζί και την αντίληψη και το καρδιοχτύπι αποτέλεσμα του θεάματος ολοένα και μεγαλώνει.
Μα δεν είναι μόνο η ομορφιά του που σε ταρακουνά. Ανατριχιάζεις στην ιδέα ότι φωτόνια που σχηματίστηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια στο εσωτερικό του ήλιου και κατάφεραν να δραπετεύσουν από τον υπέρθερμο κλίβανο ώστε μετά από ένα ταξίδι μερικών λεπτών να ανακλαστούν στην ανώμαλη σεληνιακή επιφάνεια, πως φτάνουν στις κόρες των ματιών μας οδηγώντας τα μόρια του αμφιβληστροειδούς σε ένα παράξενο μπαλέτο. Είναι κυρίως πως ο  όμορφος αυτός χορός των μορίων, αφού θέσει σε κίνηση τους νευρώνες πρώτα των ματιών κι έπειτα του εγκεφάλου, πριν περάσουν αρκετά χιλιοστά του δευτερολέπτου και αναδομήσει αυτήν την εικόνα στον εγκέφαλό μας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο που μας οδηγεί με καταιγιστικό ρυθμό σε ακατάπαυστες σκέψεις. Παρατηρώντας το, αυτό το βράδυ, έτσι όπως είναι, μεγαλύτερο και φωτεινότερο, στο μυαλό μου ανακύπτει το ερώτημα του Αϊνστάιν :  άραγε το φεγγάρι είναι στη θέση του όταν δεν το κοιτάζει κανείς; Παράλογες σκέψεις θα μου πείτε, της σύγχρονης -αλλά όχι νέας, γιαγιά 80ετών  περίπου, έγινε η κβαντομηχανική - Φυσικής.
Και αυτό το ηλεκτρικό ρεύμα ανάμεσα στους νευρώνες μας δε λέει να σταματήσει να σπινθηρίζει. 
Σκέψεις, σκέψεις, αναμνήσεις που η άδηλη μνήμη, ακυβέρνητη καθώς είναι σου φέρνει ανεξέλεγκτα στο νου. Το σύμπαν υπάρχει και λειτουργεί και χωρίς την ύπαρξη μας και ανεξάρτητα εάν το παρακολουθούμε εμείς ή όχι. Δεν είμαστε το επίκεντρο του σύμπαντος και η ύπαρξη μας οφείλεται κατά κύριο λόγο σε μια ακολουθία τυχαίων, χαοτικών συγκυριών και συμβάντων.
Ξανακοιτάζω γύρω μου. Μια καύτρα από τσιγάρο σιγοσβήνει στα χέρια κάποιου που μόλις σήκωσε το βλέμμα του από το φακό. Παρατηρούμε, βάζουμε φίλτρα, και άλλους φακούς και άλλες μηχανές για να το φέρουμε πιο κοντά. Κάποιος αστειεύτηκε : λες να μπορέσουμε να δούμε και καμιά σημαία;
Ψάχνουμε πάλι για τα ίχνη μας, ψάχνουμε ίσως  και για ίχνη άλλων... Λες να υπάρχουν άλλοι σαν εμάς ή έστω διαφορετικοί, -ας είναι- ρωτάει ένας άλλος. Αστειεύεσαι του είπα, μα πριν προλάβουν οι λέξεις να εγκαταλείψουν το στόμα μου, ακολουθούμενες από μια ανάσα που σχεδόν κρυστάλλιασε από το κρύο και έμεινε εκεί μάρτυρας της βιασύνης και της αλαζονείας μου, σκέφτηκα τον Πλούταρχο που είχε γράψει τον Διάλογο στο Πρόσωπο του Φεγγαριού, όπου δύο άνθρωποι πάνω στη Σελήνη συζητούν για τη Γη και όταν κάποιος υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρχει ζωή "εκεί κάτω" ο άλλος του απαντά: "Θα αστειεύεσαι, βέβαια...".
Υπάρχουν στιγμές που με τρομάζει η βιασύνη μου, είναι στιγμές που είναι ασήκωτη στους ώμους μου η ματαιοδοξία. Μα σαν κοιτώ τον ουρανό, αντιλαμβάνομαι την άγνοιά μου, λαχταρώ από την απέραντη ομορφιά του, γαληνεύω από το θολό πλανεμένο φως των αστεριών που ξελογιάστηκε από τις έλξεις των μαζών που βρέθηκαν στο δρόμο του και έφτασε εδώ, σε εμένα, κουβαλώντας εικόνες και ιστορίες του παρελθόντος χρόνου και ηρεμώ.
Τι είναι τελικά το φεγγάρι;
Απόψε σαν το κοιτώ, με βλέμμα αλλιώτικο, δε θέλω ορισμούς επιστημονικούς, δε θέλω απόμακρα ξερά λόγια, μια λυρική περιγραφή μου φαίνεται του ταιριάζει περισσότερο:
«Έν' ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε τινάξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου, έν' ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ' έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος.
Γι' αυτό και δεν αποφασίστηκε ποτέ η τύχη αυτού του κόσμου, γι' αυτό και αδιάκοπα κοιτάμε μ' αγωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ' του χαμού μας την πλευρά».[1]  
Σκέψεις, ατέρμονες, ανερμάτιστες, χαοτικές με αφετηρία το πλησίασμα  του φεγγαριού στη γη.
Μου ζητήθηκε να γράψω ένα κείμενο σαν δελτίο τύπου για την βραδιά παρατήρησης της υπερσελήνης και για τη δράση του Συλλόγου Αστρονομίας στο θεατράκι του σπιτιού του Β. Γκανιάτσα στη Βλαχέρνα. Δεν τα κατάφερα να γράψω για το φεγγάρι περιορισμένος μέσα σε φόρμες. Κλείνω τα μάτια, πιέζομαιόσο και αν προσπαθώ δυσκολεύομαι, δε μπορώ. Εγώ έτσι τη θυμάμαι….την υπερπανσέληνο. Ανοίγω τα μάτια τώρα.
Τι έμεινε λοιπόν από αυτή τη βραδιά; Νομίζω πιο εύστοχα από τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ δεν υπάρχουν. « Όλοι βρισκόμαστε μέσα στο βούρκο, αλλά κάποιοι από μας κοιτάμε τα αστέρια».
Μαζευτήκαμε λοιπόν κάποιοι και απολαύσαμε  ….τη Σελήνη!
 



[1] Χρόνης Αργυρός